Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Κύκλος των Χωρισμένων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Κύκλος των Χωρισμένων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4 Απριλίου 2011

Οι χωρισμένοι δεν γιορτάζουν ποτέ. Ο Εκδικητικός

Η αγάπη δεν μένει πια εδώ, σκέφτηκε ο Ιάσονας. Είχε περάσει σχεδόν ένας ολόκληρος χρόνος από τότε που ο Διονύσης τον είχε κερατώσει. Δεν ήταν βλέπεις τόσο το κέρατο καθεαυτό που τον εξόργιζε, αλλά περισσότερο το γεγονός πως το τρίτο πρόσωπο είχε ριζώσει μια και καλή στη ζωή του πρώην καλού του. Μπορούσε να δεχτεί το ότι τον κεράτωσαν, καθώς ο εγωισμός του, παρότι μεγάλος, μπορούσε να διαχειριστεί ένα ατόπημα. Αυτό, όμως, που δεν μπορούσε και δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να χωνέψει ήταν η ολοκληρωτική απόρριψη.

Οι φίλοι του, τον είχαν ξορκίσει να αφήσει το συμβάν στην άκρη και να προχωρήσει τη ζωή του. Μαλακίες σκέφτηκε… πώς να αγνοήσεις κάτι τόσο σημαντικό; Είχε επενδύσει πάνω σε αυτή τη σχέση. Είχε πέσει με τα μούτρα πάνω στο Διονύση και είχε αφιερώσει σώμα και ψυχή στο να καταφέρει να κάνει αυτή τη σχέση βιώσιμη. Και πως τον ξεπλήρωνε τώρα; Καλά το τώρα είναι σχετικό, αλλά ο χρόνος για τον Ιάσονα μάλλον ήταν σχετικός.

Θυμόταν ξεκάθαρα τη στιγμή που του είχε πει ότι ήθελε να χωρίσουν. Ήταν στο λόφο του Φιλοπάππου, το αγαπημένο τους μέρος, κάτω από ένα πεύκο. Μπορεί και να μη ξεχάσει ποτέ αυτό το κωλόπευκο, που φωτιά θα του έβαζε αν δεν σκεφτόταν ότι θα τον μπαγλάρωναν με τη μία οι μπάτσοι. Στην αιώνια ερώτηση του γιατί που ταλανίζει κάθε χωρισμένο, ο Διονύσης του είχε αποκαλύψει ότι ήταν ερωτευμένος με κάποιον άλλον. Μπορεί και να ούρλιαξε, αυτό δεν ήταν σίγουρος να το πει. Κλασσικές ερωτήσεις του τύπου ποιος, που, πότε και πως ακολούθησαν, χωρίς να έχουν κάποια ουσιαστική σημασία μιας και η όποια εξήγηση δεν υπερβαίνει ποτέ έναν ανεπιθύμητο χωρισμό. Μην σας τα πολυλογώ, ο Ιάσονας κατέβαλλε κάθε φιλότιμη προσπάθεια να τον μεταπείσει, μέχρι και τη δύναμη των δακρύων ανέσυρε από το ντουλάπι της τελευταίας Κατίνας… αλλά τζίφος! Ο Διονύσης, όμως, ήταν φανερό ότι είχε πάρει τις αποφάσεις του.

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν δραματικές, ακροβατούσε συνεχώς ο έρμος σε ένα τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στην παράνοια και την κατάθλιψη. Πολύ σύντομα έχασε τη δουλειά του, αφού τα λάθη ήταν ο κανόνας σε καθημερινό επίπεδο. Ο προϊστάμενός του είχε κάθε καλή διάθεση να τον κατανοήσει και προσφέρθηκε να του δώσει λίγες μέρες άδεια, αλλά εκείνος και μόνο στο άκουσμα της πρότασης τον στόλισε κανονικά με ότι βρισίδι είχε επινοήσει ο ανθρώπινος νους. Θεμελιακό ρόλο ίσως να έπαιξε και το γεγονός ότι ήταν γνωστό σε όλη την εταιρεία πως ο εν λόγω προϊστάμενος είχε εγκαταλείψει πριν κάτι μήνες τη γυναίκα και τα παιδιά του για μια πιτσιρίκα, αλλά αυτό δεν έδρασε και πολύ θετικά στον να δικαιολογήσει την εριστική συμπεριφορά του Ιάσονα.

Οι μήνες που ακολούθησαν ήταν ακόμα πιο τραγικοί. Η μέρα του Ιάσονα πέρναγε νωχελικά. Κλεισμένος σε ένα σπίτι να καταστρώνει την αντεπίθεσή του. Θα μου πει κανείς ήταν σε πόλεμο; Αυτός, μάλλον, έτσι το είχε εκλάβει, και δεν μπορούσε κανείς να του αλλάξει τη γνώμη. Μέσα σε αυτό το διάστημα είχε απομακρυνθεί σε εντυπωσιακό βαθμό από τους φίλους του, μιας και όλοι είχαν κουραστεί με την εμμονή του να πάρει εκδίκηση για το χωρισμό. Μέχρι και ένα χρόνο μετά, το μυαλό του ήταν στραμμένο σε αυτό το σκοπό. Σχεδόν όλη η προσωπική του ζωή εστιαζόταν στο να κατηγορεί τους πάντες και να περιμένει στωικά για την εκδίκηση του.

Η εκδίκηση είναι η χειρότερη έκβαση της εμμονής. Αδερφάκια που πάνε ζευγάρι. Εκτός από τις άσχημες συνέπειες που μπορούν να φέρουν σε ένα άτομο που είτε φταίει, είτε όχι, κατατρώνε κυρίως την ίδια την πηγή της εμμονής. Ο εκδικητικός άνθρωπος δεν είναι ένας κακός άνθρωπος, αλλά ένας σημαντικά αδύναμος άνθρωπος. Όπως οι εμμονές είναι δείγμα μιας αφόρητης εσωτερικής και ψυχολογικής αδυναμίας, έτσι και η εκδίκηση είναι η μετουσίωση ακριβώς αυτής της ανικανότητας να διαγράψεις τα κακώς κείμενα. Η ικανότητα να μπορέσεις να αλλάξεις σελίδα σε καθετί που μπορεί να σε πηγαίνει πίσω είναι σοφία και σε καμιά περίπτωση ωχαδερφισμός. Λεπτές ισορροπίες θα ισχυριστεί κανείς! Το θέμα είναι πως δεν υπάρχει πιο θλιβερό θέαμα από έναν άνθρωπο που τον κατασπαράζουν οι εμμονές του και γίνεται έρμαιο μιας αμφιβόλου ποιότητας ηθικολογία, χρίζοντας τον εαυτό του Άγγελο Τιμωρό επί των πάντων.

Ένα βράδυ, και πάνω στην επέτειο του χωρισμού, ο Ιάσονας βρήκε τον εαυτό του έξω από το σπίτι του Διονύση. Από το απέναντι πεζοδρόμιο μπορούσε ξεκάθαρα να δει το φως από το παράθυρο του σαλονιού. Οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες και μπορούσε να διακρίνει την κίνηση του αντίζηλου στο χώρο που κάποτε αυτός αλώνιζε αμέριμνος. Δεν υπήρχε καμιά κινητικότητα που να υποδήλωνε ότι ο Διονύσης ήταν στο σπίτι. Δεν θα περίμενε δηλαδή και κάτι τέτοιο γιατί γνώριζε πολύ καλά ότι αυτή ήταν περίπου η ώρα που γύριζε από τη δουλειά του. Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά και το αυτοκίνητο του Διονύση πάρκαρε έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας. Όταν βγήκε από το αυτοκίνητο, ο Ιάσονας θυμήθηκε και πάλι πόσο όμορφος ήταν ο πρώην του. Στεκάμενος εκεί, απέναντι του, σχεδόν ένιωθε το αίμα να σφυροκοπάει τους κροτάφους του από ανάμεικτα συναισθήματα. Η οργή των κατέκλυζε, η καύλα τον εξωθούσε στο να τον ρίξει πάνω στο καπό και να ξεσκιστούν στη μέση του δρόμου, το παράπονο που ένιωθε τον έκανε να θέλει να βάλει τα κλάματα σαν μωρό παιδί. Όμως πάνω από όλα ήταν η εμμονή, η αίσθηση ότι η εκδίκηση ήταν η θεϊκή του αποστολή πάνω σε αυτό τον πλανήτη. Έπρεπε αυτός να διορθώσει όλα τα στραβά αυτού του τόπου. Έπρεπε μια και καλή ο Ιάσονας να πάρει ένα μάθημα, στο όνομα κάθε απατημένου που βυθίστηκε στο βούρκο της κατάθλιψης χωρίς να φταίει. Αυτός ήταν ο τιμωρός που θα έφερνε την κάθαρση. Με αυτή τη σκέψη προχώρησε γοργά προς τον Διονύση με το χέρι παρατεταμένο και το όπλο να στοχεύει κατευθείαν πάνω του. Ο Διονύσης αφουγκράστηκε την κινητικότητα από πίσω του και γύρισε τον κορμό του, μένοντας αποσβολωμένος με το θέαμα.

Δυο μέρες μετά…

Δεν ήξερε γιατί ήταν εδώ. Σάμπως θα ήταν ποτέ στη θέση του; Ποτέ δυστυχώς δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για το πώς θα αντιδράσεις σε μια ενδεχόμενη απόρριψη. Δεν είχε βέβαια ιδέα ότι μπορούσε κάποιος να φτάσει σε αυτό το σημείο. Δηλαδή τα διάβαζε κατά περιόδους στις εφημερίδες, αλλά άλλο να τα ακούς και άλλο να τα βιώνεις. Το μόνο που μετάνιωνε είναι που δεν είχε καταλάβει τι πέρναγε εκείνος. Όχι ότι θα μπορούσε τελικά να κάνει και κάτι, αλλά τουλάχιστον θα είχε τη δυνατότητα κάπως να το διαχειριστεί. Τουλάχιστον δεν θα είχαν φθάσει σε εκείνο σκηνικό που του ήταν αφόρητα σοκαριστικό κάθε φορά που το αναβίωνε στο μυαλό του. Σε τελική ανάλυση αν δεν πέρναγε φουριόζο εκείνο το αυτοκίνητο, μπορεί σήμερα ο Ιάσονας να ήταν αυτός που θα του έφερνε λουλούδι στην κηδεία του. Και με αυτή τη σκέψη, ο Διονύσης πήρε τον αγαπημένο του και έφυγαν και πάλι για το σπίτι…

υ.γ. Για όσους δεν το θυμούνται, η παρούσα ιστορία είναι μέρος της στήλης ‘Ο Κύκλος των Χωρισμένων’!

18 Οκτωβρίου 2009

Οι χωρισμένοι δεν γιορτάζουνε ποτέ. Ο Αναποφάσιστος Κερατάς


Η αγάπη μένει πια εδώ, αναρωτήθηκε ο Γιάννης. Πόσες φορές το σκέφτηκε άραγε αυτό το ερώτημα μέσα στα τελευταία τρία χρόνια; Ο Λευτέρης ήταν πολύ καλό παιδί, αλλά μονίμως ο Γιάννης ένιωθε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τη πάρτη του. Βλέπετε ο ήρωας μας – γιατί περί “ήρωα” πρόκειται – δεν ήταν ποτέ σίγουρος για τίποτα. Μερικοί τον χαρακτήριζαν αλαφροΐσκιωτο, όμως, ο ίδιος πίστευε ότι κανείς δεν τον καταλάβαινε και δεν έβλεπε βαθιά στη καλοκάγαθη ψυχή του.


Βέβαια τα σημάδια με το Λευτέρη είχαν εμφανιστεί από πολύ νωρίς. Τη πρώτη μόλις εβδομάδα είχε μάθει από κοινό φίλοι ότι είχε ξενοκοιμηθεί με ένα γνωστό τους. Ο Γιάννης δεν ήταν χαζός, αμέσως τον ρώτησε αν ισχύει η πληροφορία και ο Λευτέρης – όλα για όλα – υπήρξε απόλυτα ειλικρινής, μιας και το παραδέχτηκε με δόξα και τιμή. Ευθύς εξήγησε ότι δεν είχε καταλάβει ότι τα είχαν, καθώς νόμιζε ότι απλά έβγαιναν, χωρίς δεσίματα και περιορισμούς. Ο Γιάννης δεν ήταν, όμως, υπέρ της ανοιχτής σχέσης, αυτό που στη πιάτσα ονομάζουν open relationship. Το μόνο για το οποίο ο Γιάννης ήταν open ήταν το εστιατόριο που θα διάλεγαν να φάνε, άντε και τον καφέ, άντε και το έργο στο σινεμά, άντε και τη συναυλία στη χειρότερη, αλλά όχι και τον γκόμενο με τον οποίο θα τον κεράτωνε! Τελοσπάντων, τον συγχώρησε το Λευτέρη και είπαν να ξεκαθαρίσουν ότι από τούδε και το εξής θα είναι μαζί ουσιαστικά και όχι μόνο στους τύπους.


Και ήταν μαζί, δεν λέω. Βέβαια, στο εξάμηνο έπιασε το Λευτέρη στη τουαλέτα ενός μαγαζιού να φιλιέται με έναν. Εκεί ο Λευτεράκης του εξήγησε ότι ήταν μεθυσμένος και δεν ήξερε τι έκανε. Δεν όριζε τον εαυτό του και παραφέρθηκε υπό την επήρεια της καταραμένης της αλκοόλης. Ο Γιάννης δεν ήξερε αν ήθελε να τον χωρίσει και αναλογίστηκε ότι κι αυτός θα μπορούσε να βρεθεί σε μια παρόμοια κατάσταση κάποια στιγμή. Βλέπετε και το παιδί με το οποίο γλωσσοφιλιόταν ο λεγάμενος δεν ήταν και του πεταματού. Όλα για όλα…μπορεί να ήταν τσακ στο κέρατο - κακές γλώσσες βέβαια λένε ότι μετέπειτα το έφαγε κιόλας, αλλά σίγουροι δεν μπορούμε να είμαστε – αλλά τουλάχιστον θα το έτρωγε με κάποιον της προκοπής. Παρηγοριά στον άρρωστο θα μου πείτε. Εεε τι να κάνουμε τώρα; Για το Γιάννη μας αυτό ήταν μια κάποια δικαίωση. Τελικά ξεπέρασε την αναποφασιστικότητα του και τον συγχώρεσε για μια ακόμη φορά.


Το επόμενο κρούσμα ήρθε σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά. Όχι ότι στο ενδιάμεσο δεν έβλεπε σημάδια ότι το κέρατο πήγαινε σύννεφο, αλλά ελλείψει αποδείξεων δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Είχε βρει κάτι ξένα εσώρουχα στο σπίτι τους και στο καλάθι των άπλυτων, αλλά μπορεί ο Λευτέρης να τα είχε αγοράσει χωρίς να το πάρει χαμπάρι ο Γιάννης, και έτσι δηλαδή του έλεγε κιόλας. Τελοσπάντων…ένα φεγγάρι ο Γιάννης είχε κάνει μια εγχείρηση και ως συνέπεια δεν μπορούσε να είναι τυπικός στα συζυγικά του καθήκοντα - αν με πιάνετε - για σχεδόν 3 μήνες. Τότε ήταν που βρήκε στο κρεβάτι το Λευτέρη με το Πελοπίδα, aka τον καλύτερο τους φίλο. Εξοργίστηκε δεν λέω, και ομολογουμένως ταλαντεύτηκε αν θα τον χώριζε. Τελικά, όμως, αποδέχτηκε τη δικαιολογία ότι ο Λευτέρης τόσο καιρό χωρίς σεξ είχε φυσικές ανάγκες. Ίσως και αυτός στη θέση του να έκανε το ίδιο. Ποιος ξέρει!


Η αναποφασιστικότητα μας χαρακτηρίζει όλους λίγο πολύ. Θέλεις κάτι η εγγενής αβεβαιότητα της ζωής και το άγνωστο που μας περιμένει έξω από τη θαλπωρή της σιγουριάς; Θέλεις κάτι ότι βαλτώνουμε συνήθως μέσα στα προσωπικά μας κεκτημένα; Όλα παίζουν αναμφισβήτητα το ρόλο τους. Ωστόσο, υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στην αναποφασιστικότητα και τη βλακεία. Πρέπει κάποιες φορές να κατανοούμε ότι το να μείνουμε μόνοι μας και ήρεμοι, ίσως να είναι καλύτερο από το να είμαστε με κάποιον ο οποίος δείχνει διαρκώς κακά δείγματα γραφής. Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία; Κι όταν κάτι τέτοιο είναι γνωστό, ποιος θέλει να παραμυθιάζεται μέσα σε μια επίπλαστη ιδανική πραγματικότητα;


Τον τελευταίο χρόνο η σχέση τους είχε γίνει εντελώς συμβατική. Καμία ερωτική συνεύρεση, αν εξαιρέσεις στην αλλαγή του χρόνου για δέκα λεπτά. Μετά ο Λευτέρης έπρεπε να φύγει για ένα επαγγελματικό ραντεβού…τουλάχιστον αυτό σερβίρισε σαν δικαιολογία. Ένα βράδυ, λοιπόν, μετά από ένα γερό τσακωμό, ο Γιάννης βγήκε να τα πιεί σε ένα μπαράκι. Εκεί του την έπεσε ο Μάρκος. Ο Μάρκος μοντέλο στο επάγγελμα που παράλληλα έκανε διδακτορικό στη πυρηνική φυσική. Παράξενος συνδυασμός θα μου πείτε, αλλά να που όλα συμβαίνουν στη ζωή. Μην σας το πολυλογώ…πάνω κάτω ξέρετε τι επακολούθησε. Την επόμενη μέρα ο Γιάννης μέσα στις τύψεις το ομολόγησε στο Λευτέρη. Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε! Τέτοια σκηνή δεν νομίζω ότι είχε ξαναδεί ζευγάρι από καταβολής κόσμου. Το αποτέλεσμα, βέβαια, απλό και σύντομο, με το Γιάννη στο δρόμο με μια βαλίτσα με συνοπτικές διαδικασίες. Και τώρα τι; Ο Λευτέρης δεν ήταν καθόλου αναποφάσιστος…


3 μήνες μετά…


«Ταξί…», φώναξε ο Γιάννης, «στο Ζάππειο και γρήγορα». Περνώντας έξω από το παλιό τους σπίτι, εκεί που τώρα έμενε – από ό,τι έμαθε – ο Λευτέρης με ένα νέο γκόμενο, σκέφτηκε πόσο ηλίθια αναποφάσιστος υπήρξε τρία ολόκληρα χρόνια. Δεν ήταν διατεθειμένος να το κάνει πια. Ήξερε πολύ καλά τι ήθελε και θα πρόσφερε την εμπιστοσύνη του εκεί που άξιζε μόνο. Με αυτή τη σκέψη χαμογέλασε και αναλογίστηκε ότι θα πέρναγε τέλεια στη σημερινή επίδειξη μόδας, καθώς θα απολάμβανε στη πασαρέλα το μωρό του με μαγιό…


υ.γ. Συγνώμη, αλλά το post φώναζε για Άντζελα...χαχα!!

2 Οκτωβρίου 2009

Οι Χωρισμένοι δεν γιορτάζουνε ποτέ: Ο Διαδικτυακός



Η αγάπη δεν μένει πια εδώ, σκέφτηκε ο Άρης. Έμενε και ποτέ είναι η αλήθεια; Τι είναι η αγάπη και πως εκδηλώνεται; Χρειάζεται πάντα μια φυσική υπόσταση για να πάρει σάρκα και οστά; Όλα αυτά τα ερωτήματα τον βασάνιζαν αφάνταστα τον τελευταίο χρόνο. Τον Ποσειδώνα τον είχε γνωρίσει – τρόπος του λέγειν τώρα αυτό – ένα χρόνο πριν, από τα κείμενα του. Και οι δυο τους διατηρούσαν ο καθένας ξεχωριστά τα δικά τους blogs. Ο Άρης είχε ένα Blog από το οποίο πέρναγαν ελάχιστοι αναγνώστες, αλλά παραδόξως είχε σχηματίσει μια πολύ ζεστή ατμόσφαιρα μέσα στις γραμμές και τις λέξεις του. Το blog του Ποσειδώνα ήταν ομολογουμένως πιο διάσημο μιας και φρόντιζε ο ίδιος να καλλιεργεί το προφίλ του μποέμ τύπου που σκόρπαγε τη γοητεία του απλόχερα. Πάντα, βέβαια, με ελεγχόμενες – ίσως και ηθελημένες – δόσεις ανασφάλειας, μιας και το ελαφρύ ψεγάδι κάνει πάντα την εικόνα ενός ατόμου πιο εκθαμβωτική.


Ήταν ένα κείμενο που έφερε τον Ποσειδώνα στη ζωή του Άρη. Κάπως έτσι δεν γίνεται πάντα μέσα στις δαιδαλώδεις παρόδους του διαδικτύου; Ένα προσωπικό κείμενο του Άρη γέμισε το mailbox του με ένα συγκινητικό μήνυμα και συνεπακόλουθα λίγες γραμμές συμπόνιας και εγγύτητας στο msn. Όπως σε όλα τα πράγματα στη ζωή μας, έτσι κι εδώ το ένα έφερε το άλλο. Ατέλειωτες ώρες διαδικτυακού διαλόγου, πολυάριθμα mails και αρκετά σύντομα ακόμη και ανταλλαγή τηλεφώνων. Ένα ολοκληρωμένο σκηνικό ηλεκτρονικής επικοινωνίας που όσο αθώα φαινόταν στον Άρη στην αρχή, τόσο εφιαλτική κατάντησε.


Ο Άρης δεν πίστευε στον έρωτα χωρίς τη φυσική επαφή. Διατηρούσε την επικοινωνία με το Ποσειδώνα σαν μια καινοτόμο κοινωνική επαφή “τρίτου τύπου”. Δεν ήθελε να βάζει ταμπέλες στην ανθρώπινη επικοινωνία. Ποιοι ορίζουν πως πρέπει να αρχίζει, πώς να καλλιεργείται και τι καρπούς οφείλει να φέρει; Έτσι κι αλλιώς όλα ήταν ακίνδυνα.


Τρείς μήνες μετά από μια συνεχή επαφή ο Ποσειδώνας ομολόγησε τον ερωτά του στον Άρη. Για λίγα λεπτά…ίσως και ώρες…ο Άρης ένιωσε εκνευρισμένος. Έχετε νιώσει την αίσθηση ότι κάποιος σε παίζει; Αυτό θα έλεγε κανείς ότι διαπέρασε τον Άρη σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Επανέφερε τον Ποσειδώνα σε τάξη και συνέχισαν την επαφή τους σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Μηνύματα, mails, συζητήσεις, τηλέφωνα και πολλά κείμενα έσκαβαν την καρδιά του…μέχρι που μια μέρα ξύπνησε χωρίς να το καταλάβει παγιδευμένος σε έναν “έρωτα;” που δεν πίστευε ότι θα πέρναγε ποτέ. Το θέμα είναι τι είχε ερωτευθεί; Ένα μάτσο κείμενα, μια σειρά αράδες βαρύγδουπες στο msn, e-mails που έσταζαν από τα τεχνηέντως πλασαρισμένα σορόπια; Όλα μαζί; Ποιος ξέρει;


Η ομολογία είναι πάντοτε δύσκολη…ειδικά αν στο άμεσο παρελθόν μεμφόσουν αυτό που μόλις περνάς σαν ψυχολογική κατάσταση. Η αποθέωση του έρωτα – αν μπορεί κάποιος να το δεχτεί – ακολούθησε για λίγο καιρό. Συχνά πυκνά στο τραπέζι έπεφτε το θέμα της φυσικής πλέον συνάντησης. Είναι τραγικό πως το ζήτημα ήρθε σχεδόν μισό χρόνο μετά την πρώτη επαφή. Πολλές φορές δεν έχει σημασία ο χρόνος, αλλά η θέληση για ένα πράγμα…η προσμονή και η λαχτάρα που σου κατακαίει τα σωθικά. Και αν ήξερε ένα πράγμα ο Άρης ήταν ότι ήθελε να δει τον Ποσειδώνα σαν τρελός. Ήταν το μόνο που έλειπε για να μετουσιώσει όλο αυτό το ηλεκτρονικό κατασκεύασμα σε μια πραγματικότητα που θα μπορούσε να ψηλαφίσει με τις άκρες των δακτύλων του.


Η διαδικτυακή επικοινωνία είναι το φλερτ του μέλλοντος. Στο άμεσο μέλλον δεν θα βγαίνουμε σε bars για να πεταρίσουν τα ματάκια μας, αλλά θα κλεινόμαστε σε ένα blog, ένα λογαριασμό facebook, ένα chat room ή σε ένα site κοινωνική δικτύωσης. Διαδικτυακές περσόνες θα συναντιούνται σε ένα ιδιότυπο παζάρι και θα προωθούν ό,τι ο καθένας έχει εύκαιρο. Λίγη ευαισθησία, λίγο κοιλιακό, λίγη κουλτούρα, λίγο από όλα. Αν ένα πράγμα όμως θα είναι κοινό με σήμερα, θα είναι ότι πάντοτε θα χρειαζόμαστε το παραμύθι. Ας παραδεχτούμε ότι κανείς δεν ερωτεύεται το ρεαλισμό. Όλοι μα όλοι ερωτευόμαστε – και δεν αναφέρομαι στο πάθος…προσοχή – το παραμύθι ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, το οποίο προφανώς μπορεί να είναι μια επίπλαστη καθαρά πραγματικότητα. Το θέμα είναι, όμως, ότι στο φυσικό φλερτ οι αισθήσεις ξυπνάν, τα χείλη δαγκώνονται και τα μάτια υγραίνουν…στο διαδικτυακό φλερτ, τι μπορεί κανείς να βρει…;


Στο ραντεβού εκείνο που έκλεισαν, ο Ποσειδώνας δεν ήρθε ποτέ. Λίγες μέρες μετά, ο Άρης έμαθε ότι ένα χρόνο που μίλαγε με τον Ποσειδώνα, δυο άλλοι bloggers έκαναν ακριβώς το ίδιο πράγμα μαζί τους.


3 μήνες μετά…


Είχε μόλις χαιρετήσει το μωρό του και κατευθυνόταν προς το Σύνταγμα. Θα συναντιόταν με το Νίκο στο σπίτι και θα πήγαιναν μαζί στο γάμο ενός φιλικού ζευγαριού. Τον είχε γνωρίσει ένα βράδυ σε γνωστό bar του Κέντρου και αμέσως κόλλησαν. Άτιμο πράγμα τελικά η φυσική επαφή και το θάρρος να δεις τον άλλον κατάματα. Για μια στιγμή σκέφτηκε τον Ποσειδώνα και χαμογέλασε. Ναι…είχε πέσει στη παγίδα…αναμφίβολα. Τώρα, όμως, ήταν αποδεσμευμένος και τον είχε αφήσει στη διάθεση των επόμενων άτυχων διαδικτυακών και μη ερώτων…

25 Σεπτεμβρίου 2009

Οι Χωρισμένοι δεν γιορτάζουνε ποτέ: Ο Πρωτάρης



Η αγάπη δεν μένει πια εδώ, σκέφτηκε ο Πέτρος. Και που μένει πια; Χάνεται; Δεν μπορεί! Όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με μια πρωτόγνωρη κατάσταση μένεις κενός. Άδειος από συναισθήματα, λέξεις και αντιδράσεις. Όπως ακριβώς όταν ακούς κάτι που δεν το πιστεύεις. Έτσι και ο Πέτρος, δεν το πίστεψε ούτε για μια στιγμή όταν ο Γρηγόρης του είπε να χωρίσουν. Ένα χρόνο και δέκα μέρες μετά τη γνωριμία τους, ο Γρηγόρης θέλησε να βάλει τέρμα σε μια σχέση που από πολλές απόψεις φαινόταν τέλεια.


Είχαν γνωριστεί σε μια συγκέντρωση κοινού φίλου. Ο Πέτρος όπως πάντα συνεσταλμένος και κλεισμένος στο καβούκι του. Δεν μίλαγε σε κανέναν και κοίταζε διακριτικά τον κόσμο γύρω του. Ο Γρηγόρης δεν ήταν κανένας χτεσινός. Ήξερε καλά ότι ήταν ωραίος και όλοι ομολογούσαν ότι η αυτοπεποίθηση του χτύπαγε κόκκινο. Κάποιοι μπορεί να τον χαρακτήριζαν ότι οριακά θα μπορούσες να τον πεις και ψώνιο, αλλά ο ίδιος δεν έσκαγε καθόλου. Όλο το βράδυ παρατηρούσε τον Πέτρο, ο οποίος περιοριζόταν στο ζωτικό χώρο της γωνίας του. Ήταν όμορφο παιδί δεν χωρούσε αμφιβολία, απλά δεν το ήξερε και κυρίως δεν το πίστευε. «Γεια σου ρομαντικέ απομονωμένε», είπε ο Γρηγόρης και πλησίασε τον Πέτρο. Από εκεί και πέρα η συνέχεια είναι λίγο πολύ ελάχιστης σημασίας. Για πρώτη φορά ένας άνθρωπος έκανε τον Πέτρο να λυθεί τελείως και πάνω από όλα να νιώσει σημαντικός. Δεν πίστευε ποτέ ότι κάποια στιγμή θα αφεθεί σε έναν άνδρα με τέτοια ευκολία.


Ένα χρόνο μετά, και υπό τελείως διαφορετικές συνθήκες, ο Πέτρος βρισκόταν σε ένα παγκάκι στο λιμάνι με ένα τσιγάρο στο χέρι. Δεν κάπνιζε κανονικά, αλλά έτσι δεν κάνουν στους χωρισμούς; Παίρνουν ένα πακέτο τσιγάρα και πάνε στη θάλασσα. Δεν κλαίνε, γιατί αυτό είναι δείγμα αδυναμίας. Δεν κάνουν σκηνές, γιατί τότε θα είναι μια Κατίνα. Δεν υστεριάζουν, γιατί πόσο δραματικός να γίνει κάποιος; Συνήθως παίρνουν τηλέφωνο φίλους και τους μπαστακώνονται, αλλά ο Πέτρος δεν είχε όρεξη για κάτι τέτοιο. Ήταν άραγε καλά;


Το τσιγάρο ήταν απαίσιο. Έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας και το πέταξε στη θάλασσα. Και τότε παρατήρησε κάτι παράξενο. Το τσιγάρο σύντομα μπόλιασε με το νερό της θάλασσας. Το χαρτί ξεκόλλησε και τα υπολείμματα καπνού σκορπίστηκαν στο νερό. Το φιλτράκι σφούγγισε όλο το νερό και ανέβηκε στην επιφάνεια της θάλασσας. Κοινώς το τσιγάρο διαχωρίστηκε στα κομμάτια από τα οποία είχε φτιαχτεί. Μόλις εκείνη τη στιγμή, έτσι φαντάστηκε ότι είναι και οι σχέσεις. Για εκατομμύρια λόγους φτιάχνονται από το μηδέν. Μια συστάδα υλικών που ενώνονται με μια μαγική διεργασία. Άλλες φορές είναι έρωτας, άλλες πάθος, άλλες απλά απόγνωση. Όλα μαζί τα υλικά τα καπνίζουμε, τα καταναλώνουμε, τα απολαμβάνουμε σαν ένα σέρτικο τσιγάρο. Ένα στριφτό που μπορεί να μείνει αναφτό ως το τέλος της ζωής μας ή και να σβήσει απότομα την επόμενη κιόλας μέρα. Ό,τι έχει μείνει σιγά-σιγά αποκολλείται από το σύνολο βίαια, ομαλά ή και ασυναίσθητα. Το μόνο που μένει είναι η θύμηση της απολαυστικής τζούρας και η προσμονή ότι σε λίγο θα στρίψουμε ένα ακόμα τσιγάρο.


Η αίσθηση του να ζούμε κάτι για πρώτη φορά είναι αφόρητα δύσκολη. Μας κάνει να νιώθουμε αδύναμοι να κάνουμε το οτιδήποτε, μιας και δεν έχουμε πρότερη εμπειρία. Εκεί είναι η σωστή στιγμή να κάνουμε τα μεγάλα μας λάθη και μέσα από αυτά να μάθουμε. Βλέπετε πάντα στη πρώτη φορά είμαστε η πιο κοντινή πλευρά του εαυτού μας. Δεν παίζουμε κανένα ρόλο, γιατί ακόμα δεν έχουμε μπει στη διαδικασία να αναλάβουμε ρόλους. Τα πράγματα δεν είναι πότε τόσο τραγικά όσο μας φαντάζουν. Αλλά ακόμα και τραγικά να είναι, φαντάζει τόσο άδικο να μην κάνουμε τίποτα μόνο και μόνο γιατί μπορεί να πληγωθούμε. Δεν θα γίνουμε πιο ζωντανοί αν πονέσουμε. Όχι! Θα γίνουμε, όμως, πιο ανθρώπινοι.


Δεν υπάρχουν, βέβαια, τρεις μήνες μετά για τον Πέτρο. Γιατί; Γιατί ο Πέτρος έζησε κάτι για πρώτη φορά και μόνο που έζησε ήταν το μεγαλύτερο καλό που θα μπορούσε να του συμβεί. Είναι στο χέρι του πλέον να φτιάξει μόνος του, όχι μόνο τους τρεις επόμενους μήνες, αλλά όλη του τη ζωή.


Ένα λεπτό μετά…


Ήταν χαμογελαστός πλέον. Ήξερε ότι στο χέρι του ήταν να φτιάξει και πάλι ένα τσιγάρο που αυτή τη φορά θα αρκούσε περισσότερο. Ακόμα και να μην του καθόταν το αύριο, υπήρχε πάντα και το μεθαύριο. Σιγά μην έκανε και πρόγραμμα…


(υ.γ. Αφιερωμένο σε ένα φιλαράκι!!!)




20 Σεπτεμβρίου 2009

Οι Χωρισμένοι δεν γιορτάζουνε ποτέ: Ο Αισιόδοξος



Η αγάπη δεν μένει πια εδώ, σκέφτηκε ο Σάββας. Φαίνεται ότι σχεδόν πέντε χρόνια πήγαν στράφι. Δηλαδή ποτέ κάτι δεν πάει χαμένο, αλλά να…δεν ήξερε πια. Μονίμως, για όλα τα ζητήματα της ζωής, νόμιζε ότι υπήρχαν δύο όψεις. Μία που σε κάνει να πελαγώνεις στη μαύρη κατάθλιψη και μια άλλη που σε κάνει πιο ανθεκτικό στα λάθη. “ Ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό”, συνηθίζουν να λένε. Τελικά αυτό πρέπει να ήταν το μότο της κοσμοθεωρίας του Σάββα.


Όταν ο Προκόπης τον πλάκωσε στο ξύλο και τον πέταξε έξω από το σπίτι, έμεινε μετέωρος. Βλέπεις μόλις είχε απολυθεί από τη δουλειά του. Οι γονείς του τον είχαν πετάξει έξω από το σπίτι πριν πέντε περίπου χρόνια, όταν έμαθαν ότι είναι ομοφυλόφιλος. Από τότε δεν είχε καμία επαφή μαζί τους. Ούτε καν τα τυπικά. Ο Προκόπης τον μάζεψε κυριολεκτικά, λοιπόν, από το δρόμο. Θυμάται ότι για ένα μήνα αφού τον έδιωξαν οι δικοί του πήγαινε και έμενε από φίλο σε φίλο, μέχρι που στο τέλος κατέληξε σε ένα φθηνό ξενοδοχείο στη Σοφοκλέους…εκεί δίπλα από τις πουτάνες. Έμεινε εκεί γύρω στον ένα μήνα και οι μαυρούλες τον είχαν μάθει όλες. Η Ταμάρα κυρίως ήταν πολύ καλή κοπέλα. Το πρώτο βράδυ μάλιστα του την είχε πέσει κιόλας, όμορφο παιδί ο Σάββας βλέπετε, αλλά σύντομα κατάλαβε ότι τα πράγματα δεν πρόκειται να τσουλούσαν μιας και ο Σάββας…πώς να το πούμε τώρα κόσμια;…δεν μπορούσε να ασκήσει τα αναμενόμενα καθήκοντα του. Από τότε κώλος και βρακί έγιναν με την Ταμάρα.


Στο τέλος του μήνα συνάντησε τον Προκόπη. Είχε βγει για ποτό σε ένα “σχετικό” μαγαζί με μια φίλη. Ο Προκόπης τον παρατήρησε μεμιάς όταν μπήκε στο μαγαζί. Όταν, λοιπόν, ο Σάββας σηκώθηκε να επισκεφθεί την τουαλέτα, ο λεγάμενος βρέθηκε να τον ακολουθεί από πίσω. Τα υπόλοιπα είναι λίγο πολύ γνωστά σε όλους. Αντάλλαξαν τηλέφωνα, βγήκαν για καφέ, βρέθηκαν στο κρεβάτι και ξαναβρέθηκαν και ξαναβρέθηκαν και πάει λέγοντας. Δεν ήταν ποτέ ότι ο Σάββας είχε τρελαθεί με τον Προκόπη. Μάλλον χρειαζόταν μια σανίδα σωτηρίας. Εεεε μετά ήρθε και η συνήθεια. Πολύ σύντομα έμειναν μαζί και η ζωή από εκεί και πέρα πήρε το δρόμο της.


Δεν ήταν όλα ρόδινα βέβαια. Ο Προκόπης τελικά αποδείχθηκε με τον καιρό λιγάκι μέθυσος. Ως αποτέλεσμα, ο Σάββας βρισκόταν συχνά πυκνά με καμιά μελανιά. Μια φορά είχε βρεθεί με σπασμένο πλευρό στο ΚΑΤ, αλλά εντάξει…ήταν και λίγο από ατύχημα. Μωρέ, τον αγαπούσε ο Προκόπης…ίσως απλά με τον τρόπο του.


Δεν μπορούσε παρά να είναι αισιόδοξος. Είχε περάσει τόσο δύσκολα παιδικά χρόνια πλάι σε ένα αυστηρό και συντηρητικό πατέρα. Η μάνα του άβουλη. Μέχρι και τη μέρα που τον έδιωξε ο πατέρας του από το σπίτι, η μάνα έμενε βουβή και αμέτοχη. Ίσως αυτό να τον πίκρανε πιο πολύ από όλα. Τελοσπάντων, ό,τι έγινε, έγινε. Και τώρα, μετά από πέντε χρόνια σχέσης, συγκατοίκησης και μάλλον κακής μεταχείρισης, ήταν πάλι στο δρόμο. Μόνο που τώρα δεν ήταν είκοσι τέσσερα, αλλά σχεδόν τριάντα, και μάλιστα αυτή τη φορά χωρίς δουλειά. Ο Σάββας, όμως, δεν μπορούσε παρά να τα βλέπει όλα ευοίωνα.


Η αισιοδοξία είναι η πηγή που μας κάνει να αντέχουμε στα δεινά και να παλεύουμε για το αύριο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι μεγαλύτερες θετικές εξελίξεις επιτυγχάνονται πάντα κάτω από το πέπλο ενός αισθήματος αισιοδοξίας. Η γραμμή όμως ανάμεσα στην υγιή αισιοδοξία και τον αφόρητο μαζοχισμό είναι ιδιαίτερα λεπτή. Δεν φτάνει πολλές φορές να τα βλέπουμε όλα καλοπροαίρετα και φωτεινά. Τόσο το φως, όσο και ο έρεβος είναι κομμάτια της ίδιας της ζωής.. Κι όπως κάθε άκρο δεν κάνει καλό, έτσι και η αισιοδοξία πρέπει να ζυγίζεται πάντα προσεκτικά με τον ρεαλισμό. Γιατί κανείς ποτέ δεν θα ήθελε να είναι ένας γραφικός αιθεροβάμων που πιστεύει ότι όλα θα φτιάξουν από μόνα τους.


Τα πόδια του είχαν βγάλει κάλλους εκείνες τις μέρες. Έτρεχε από συνέντευξη σε συνέντευξη και προκοπή δεν είχε δει. Τώρα ήταν κάπου στη Πατησίων και περίμενε το λεωφορείο για να πάει σε μια ακόμα υποψήφια θέση εργασίας. Ανέβηκε στο λεωφορείο και καθώς στριμώχτηκε με τον κόσμο, ένιωσε κάποιος να του τραβάει την τσάντα. Πλέον ήταν πολύ αργά. Οι πόρτες του λεωφορείου είχαν κλείσει. Ένα παιδί έτρεχε με την τσάντα του στη Πατησίων και ο Σάββας δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.


Καταριόταν την τύχη του. Δηλαδή πόσο αισιόδοξος να είναι πια; Τι άλλο έπρεπε να του συμβεί; Να τον πατήσει τραμ στη Κηφισιά; Τι πάει να πει δεν έχει τραμ στη Κηφισιά. Με την ατυχία που τον έδερνε θα βρισκόταν και εκεί ένα να τον κάνει χαλκομανία. Τέρμα πια! Δεν μπορούσε να είναι ο χαζός αισιόδοξος βλάκας που όλα τα βλέπει φωτεινά. Μάζεψε, λοιπόν, το κουράγιο του και πήγε στην αστυνομία να καταγγείλει την κλοπή.


Το τμήμα άδειο. Παρών ένας Σάββας μόνο φουριόζος που αν τον έπιανες από τη μύτη θα έσκαγε. «Που μπορώ να κάνω γαμώ το διάολο μου μια δήλωση κλοπής;», φώναξε με οργή. Ο αστυνομικός υπηρεσίας σηκώθηκε από το γραφείο και του απεύθυνε το λόγο, «Ηρεμήστε κύριε και καθίστε στη καρέκλα. Μήπως θέλετε ένα ποτήρι νερό;».


3 μήνες μετά…


Ο Σάββας σηκωνόταν για τη δουλειά του. Ξύπνησε σε ένα διπλό άδειο κρεβάτι. Έκανε μία το χέρι του δίπλα, αλλά έπιασε μόνο ένα χαρτί. Με μάλλον άσχημα γράμματα το σημείωμα έγραφε, «Αύριο κλείνουμε τρεις μήνες, αλλά δεν αντέχω να μη σου πω πόσο τυχερός είμαι που σε έχω στη ζωή μου, από σήμερα. Κάθε μέρα εύχομαι να είναι καλά εκείνο το κλεφτρόνι που σου πήρε την τσάντα. Παύλος»…


17 Σεπτεμβρίου 2009

Οι Χωρισμένοι δεν γιορτάζουνε ποτέ: Ο Ρομαντικός



Η αγάπη δεν μένει πια εδώ, σκέφτηκε ο Αναξίμανδρος. Δέκα ολόκληρα χρόνια με τον Λυσίμαχο…τόσο ταιριαστό ζευγάρι. Όλη η αρμονία της κλασσικής αρχαιότητας και της σύγχρονης αισθητικής συμπληρωνόταν μέσα από αυτό το ζευγάρι. Θυμόταν ακόμα τον απίστευτα παραμυθένιο κινηματογραφικό τρόπο που είχαν συναντηθεί. Αυτός είχε πάθει τροφική δηλητηρίαση και ξερνοβολούσε συνέχεια και ο Λυσίμαχος ήταν ο εφημερεύον γιατρός που έκανε την ειδικότητα του στο νοσοκομείο του Αγρινίου. Στη πρώτη τους συνάντηση ο Αναξίμανδρος είχε ξεράσει βέβαια στη ποδιά του, αλλά αυτά ήταν μικρές πινελιές ατελειών στη κατά τ’ άλλα υπέρ-ρομαντική τους σχέση.


Τώρα όλα έμοιαζαν να είχαν γκρεμιστεί με εκείνο το εξίσου κινηματογραφικό αντίο. Δηλαδή δεν ήταν ακριβώς αντίο, μιας και τον είχε πιάσει με την καλύτερη τους φίλη στο κρεβάτι τους. Του είχε έρθει σκοτοδίνη μόλις τους είδε πάνω στην ιεραποστολική στάση. Αυτή ήταν η δική τους στάση. Δεν μπορούσε να την μοιράζεται με…αυτή…που σκότωσε την αγάπη τους. Η αλήθεια είναι πως δεν άντεχε ούτε να τους βλέπει. Έσταξε ένα δάκρυ από τα μάτια, όχι παραπάνω, και διακριτικά γύρισε την πλάτη και έφυγε. Δεν θα έκανε καμιά σκηνή, καθόλου υστερίες. Δεν ήταν του χαρακτήρα του έτσι κι αλλιώς. Σαν κύριος στράφηκε από την άλλη και αποχώρησε με αξιοπρέπεια, για να κλάψει κάπου μόνος του.


Τώρα σε ένα δωμάτιο φτηνού ξενοδοχείου, κάπου στο Κουκάκι, καθόταν και σκεφτόταν ποιες θα ήταν οι επόμενες κινήσεις του. Είχαν περάσει ήδη δυο μέρες από το συμβάν. Την επόμενη, η αλήθεια είναι ότι συνάντησε το Λυσίμαχο για να του δώσει εξηγήσεις. Βρέθηκαν στο αγαπημένο τους καφέ στη Πλάκα, εκεί που είχαν δει μαζί τόσα ηλιοβασιλέματα, κρατώντας τα χέρια τους διακριτικά κάτω από το τραπέζι. Λίγο πιο πέρα, σε ένα έρημο στενό της ιστορικής αθηναϊκής συνοικίας, είχαν δώσει το πρώτο τους φιλί. Όλα αυτά σκεφτόταν και έχανε κάθε δύναμη μέσα του. Εκείνο το απόγευμα στη Πλάκα, ο Λυσίμαχος είχε παραδεχθεί ότι αγαπούσε σφόδρα την Αντιγόνη και σκόπευε να τη νυμφευθεί. Αυτό ήταν σίγουρα η τελειωτική μαχαιριά για τον Αναξίμανδρο. Καθώς μετά από λίγα λεπτά ο Λυσίμαχος έφυγε, τον έβλεπε να ξεμακραίνει από το τραπέζι και όταν χάθηκε από τον ορίζοντα, τότε του έφυγε άλλο ένα δάκρυ που σκούπισε, βέβαια, αμέσως.


Τώρα στον πρώτο όροφο ενός απαίσιου ξενοδοχείου θεωρούσε ότι η ζωή του πλέον δεν είχε κανένα μέλλον χωρίς το Λυσίμαχο. Τι του έμενε; Να πάει να παρακολουθήσει με μαύρα τον γάμο του; Σκεφτόταν τη σκηνή να του έρχεται το προσκλητήριο και έτρεμε. Δεν είχε τέτοια δύναμη. Δεν πρέπει να γράφονται έτσι τα παραμύθια, δεν είναι έτσι οι έρωτες που ήθελε να βιώσει. Άνοιξε τη μπαλκονόπορτα και βγήκε έξω στο στενό μπαλκόνι.


Ο ρομαντισμός είναι ένα στοιχείο διάχυτο σε ανθρώπους που κυκλοφορούν ανάμεσα μας. Δεν είναι κακό βέβαια κάποιος να είναι ρομαντικός, αλλά όπως πάντα η υπερβολή μπορεί να επιφέρει αρκετά τραγελαφικές καταστάσεις. Λίγη δόση ρεαλιστικότητας και κυνικότητας δεν έβλαψε ποτέ κανέναν. Το να βιώνεις τα πάντα ως ένα παραμύθι έχει τα θετικά του, αλλά δυστυχώς στις μέρες μας τείνει να έχει περισσότερα αρνητικά. Θέλετε ότι ζούμε σε ένα κόσμο ουσιαστικά σκληρό και κυνικό; Όλα παίζουν το ρόλο τους. Θα είναι, όμως, εξαιρετικό ψέμα να πει κάποιος ότι δεν υπέκυψε ποτέ στη λαχτάρα του να ζήσει το προσωπικό του ρομαντικό παραμύθι στο έπακρο.


Το σάλτο μορτάλε δεν ήταν τελικά και τόσο μορτάλε. Ο λόγος απλός…μιας και εκείνη την ώρα πέρναγε ένα φορτηγό γεμάτο κοπριά. Ο Αναξίμανδρος βέβαια βγήκε κυριολεκτικά σύσκατος για να συναντήσει τον οδηγό του φορτηγού, ο οποίος τον κοίταζε μέσα στην απορία.


3 μήνες μετά…


Ένα υπέροχο πρωί ξημέρωνε. Ο Αναξίμανδρος άπλωνε στην αυλή το πλυντήριο που είχε βγάλει από βραδύς. Ο Παντελής είχε φύγει για τη δουλειά από νωρίς. Τα σεντόνια μύριζαν τέλεια. Έσκυψε να πάρει ένα ρούχο ακόμα. Ήταν μια φόρμα του Παντελή. Αμάν! Αυτή η κοπριά δεν βγαίνει τελικά στους 30 βαθμούς. Θα την ξανάπλενε…

14 Σεπτεμβρίου 2009

Οι Χωρισμένοι δεν γιορτάζουνε ποτέ: Ο Δραματικός



Η αγάπη δεν μένει πια εδώ, σκέφτηκε ο Πέτρος. Με ένα ποτήρι γαλλικό καφέ στο χέρι…σκέτο. Μαύροι ιριδισμοί σε μια πράσινη κούπα που κρατούσε βαρύθυμα ένα νεανικό χέρι. Το βλέμμα χαμένο έξω από το γεμάτο στάλες από τη βροχή παράθυρο. Δέκα μέρες έβρεχε ασταμάτητα και ήταν μια τέτοια μέρα που ο Δημήτρης του είπε ότι δεν πάει άλλο. Δεν διάλεξε σίγουρα την καλύτερη στιγμή για να χωρίσει. Οι άνθρωποι πρέπει να χωρίζουν μόνο καλοκαίρια. Τότε που η αισιοδοξία ότι ο έρωτας σε περιμένει στην επόμενη γωνία φορώντας ένα Aussiebum χτυπάει κόκκινο. Στη χειρότερη, σκέφτηκε ο Πέτρος, θα έπρεπε τα ζευγάρια να χωρίζουν άνοιξη. Ποιος χέζει τη φύση που αναγεννιέται και τα πουλάκια. Απλά τότε παθαίνεις αλλεργίες και έχεις άλλα πράγματα να σκέφτεσαι.


Σαν χτες ήταν με το Δημήτρη στο καναπέ του σαλονιού και παρακολουθούσαν αγκαλιά ταινίες. Τώρα που τα αναλογιζόταν όλα αυτά πονούσε αφάνταστα. Δεν μπορούσα να σκεφτεί και να χαράξει τη ζωή του χωρίς τον Δημήτρη. Δεν ήξερε αν ο Δημήτρης ήταν το άλλο του μισό. Το μόνο που ένιωθε ήταν ότι αυτή τη στιγμή ήταν σαν να τον είχε κόψει κάποιος με τη βία στη μέση. Κενός συναισθημάτων, άδειος από σκέψεις…σκέτος σαν τον καφέ που είχε μόλις ετοιμάσει.


Είχε πιει μόνο μια γουλιά. Δεν είχε ιδέα τι θα κάνει. Ο χωρισμός οριστικός. Του το είχε πει ξεκάθαρα. Δεν ήθελε να είναι πια μαζί του. Είχε βρει κάποιον άλλο; Ποιος ξέρει! Κάτι τέτοιο εξάλλου δεν ήθελε καν να το σκέφτεται. Και μόνο στην ιδέα ότι κάποιος άλλος άγγιζε τη μέχρι πρότινος αγάπη του, τον έπιανε τρέλα. Θα μπορούσε αν τον έβρισκε αυτό το πιθανό σφετεριστή, να του ξεσκίσει τις σάρκες. Χριστέ μου, τι δραματικός γινόταν ώρες-ώρες! Τα είχε πει όλα η Μαρινέλλα…κάπως έτσι βίωνε αυτό το χωρισμό.


Η υστερία κι η δραματικότητα είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα πολλών ανθρώπων. Βιώνουν το προσωπικό τους δράμα στο έπακρο, λες και είναι οι μόνοι που πονέσανε πάνω σε αυτό το πλανήτη. Η φύση τους καταράστηκε με τα δεινά ολάκερης της οικουμένης. Ενώ, το σύνδρομο του Βασιλάκη Καΐλα είναι δεύτερη φύση τους. Εκεί έξω μπορείς να συναντήσεις μύρια τέτοια άτομα σαν τον Πέτρο. Βλέπετε οι περισσότεροι θνητοί κρύβουν μια δόση δραματικότητας μέσα τους. Θέλετε να είναι το αναπόφευκτο τέλος που κάποια στιγμή θα έρθει και η αίσθηση του πεπερασμένου της έμβιας φύσης; Μπορεί! Το θέμα είναι ότι λίγο πολύ όλοι μας έχουμε υποκύψει στη γοητεία της δραματικότητας.


Δεν άντεχε άλλο! Με μιας πέταξε τον καφέ στο πάτωμα και το φλιτζάνι έγινε χίλια κομμάτια, λερώνοντας το κατάλευκο ξύλο της κουζίνας. Έβγαλε ένα ουρλιαχτό και σωριάστηκε στο πάτωμα μπήγοντας δυνατά τα κλάματα. Δεν τον ένοιαζε ότι τα παράθυρα όλα ήταν ανοιχτά και ότι μπορεί να ακουγόταν σε όλη τη γειτονιά. Στο σημείο που είχε φτάσει, ένα ακόμα ρεζίλι δεν θα του κόστιζε τίποτα.


Ελάχιστα λεπτά αργότερα χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Ο Πέτρος μέσα στο κλάμα και τον οδυρμό δεν το άκουσε μεμιάς βέβαια, αλλά λίγα λεπτά αργότερα διέκρινε ξεκάθαρα τον ήχο του κουδουνιού του. Με όση δύναμη του είχε απομείνει σηκώθηκε από το πάτωμα που βρισκόταν σωριασμένος και προχώρησε στη πόρτα. Την άνοιξε και μπροστά του βρισκόταν ένα νέο παιδί με αγχωμένο βλέμμα.


- Συγνώμη που ενοχλώ. Με λένε Παύλο και είμαι ο νέος σας γείτονας…εεεε…από το πάνω όροφο. Άκουσα φωνές και κλάματα και είπα να χτυπήσω. Να δω αν χρειάζεστε κάτι δηλαδή. Είστε καλά;


Ο Πέτρος σχεδόν δεν άκουγε αυτά που του έλεγε ο άγνωστος νέος. Κρατήθηκε για να μην κλάψει, αλλά δεν τα κατάφερε. Για μια ακόμη φορά έμπηξε γοερά τα κλάματα και έπεσε στον ώμο του νέου του γείτονα.


3 μήνες μετά…



Ένα υπέροχο πρωί ξημέρωνε, σκέφτηκε ο Πέτρος. Γύρισε με στοργή το κεφάλι του και χάζεψε δίπλα του τον Παύλο να κοιμάται ήσυχα. Ίσως για μια φορά στη ζωή του, αναλογίστηκε, η δραματικότητα του κάτι του προσέφερε…